Με την ευκαιρία της «έμμεσης αύξησης» που δόθηκε στους υπαλλήλους της Δ.Ε.Η και αφού περιμέναμε λίγο να καταλαγιάσει το θέμα δημοσιογραφικά, επαναφέρουμε την πάγια πρόταση μας για την αλληλεξάρτηση των μισθών και των αμοιβών σε Δημόσιο και ιδιωτικό τομέα όλων των εργαζομένων ανά ειδικότητα και ωρίμανση.
Ποιο συγκεκριμένα, η πρόταση μας στηρίζεται σε 2 πυλώνες,
Πρώτος, η αρχή των ίσων δικαιωμάτων και η εξάλειψη των κοινωνικών αδικιών, κάτι που βρίσκεται στις βασικές παραδοχές των Σοσιαλιστικών αρχών και
Δεύτερος, η ενιαία διεκδίκηση των δίκαιων κοινωνικών αιτημάτων μέσα από κοινούς αγώνες, πυλώνες που μπορούν να τερματίσουν τις ανισότητες και να μας απομακρύνουν από διαμάχες ανάμεσα σε εργατικές-κοινωνικές ομάδες και να εξαλείψουν την αναζωπύρωση του λεγόμενου και «κοινωνικού αυτοματισμού».
Είναι υποχρέωση κάθε σοσιαλιστή, κάθε αριστερού, να προσπαθεί να προσεγγίζει το περιβάλλον γύρω του με ευρεία αντίληψη των προβλημάτων και των ιδιαιτεροτήτων του κάθε κλάδου ή κοινότητας, ένα ακόμη από τα καθήκοντά του είναι να προσπαθεί να μικρύνει ή και να εξαλείψει το όποιο χάσμα δημιουργούν τα ιδιαίτερα κλαδικά ή τοπικά συμφέροντα και αυτό το δεύτερο είναι και ο τελικός στόχος.
Επί του συγκεκριμένου, του μισθολογικού θέματος, το οποίο ανακινήθηκε με τις έμμεσες αυξήσεις στους εργαζόμενους στη ΔΕΗ, μία άκρος ενωτική πράξη από πλευράς κυβέρνησης, μιας αριστερής κυβέρνησης, πιστεύουμε ότι θα ήταν η επιβολή αλληλεξάρτησης των μισθών Δημοσίου και Ιδιωτικού τομέα.
Σε ένα περιβάλλον ελεύθερης και εν πολλοίς ασύδοτης αγοράς, με ένα άκρως ανταγωνιστικό περιβάλλον, με διασπορά επιχειρήσεων σε όλη την επικράτεια, παράγουν πλούτο οι ιδιωτικοί υπάλληλοι, επιστήμονες, εργάτες ή αγρότες, οι οποίοι βρίσκονται σε άμεση επαφή και υπό την εποπτεία των επιχειρηματιών/αφεντικών τους.
Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, είναι αναγκασμένες να κινούνται στα πλαίσια του ανταγωνισμού και αναγκαστικά μέρος της πίεσης της ασύδοτης αγοράς μεταφέρεται επάνω στους εργαζόμενους.
Με ένα κράτος ταμπουρωμένο πίσω από γραφεία, χωρίς ελεγκτικούς μηχανισμούς, φαντάζει και είναι απίθανο πολλές φορές να διεκδικήσει ο εργαζόμενος στην ιδιωτική επιχείρηση τα συλλογικά και πόσο μάλλον τα ατομικά δικαιώματα του.
Από την άλλη, οι Δημόσιοι υπάλληλοι, χωρίς να παράγουν πλούτο και ελλείψει σχεδίου αναδιοργάνωσης του κράτους, καταπιάνονται με γραφειοκρατικές αγκυλώσεις του περασμένου αιώνα.
Βρισκόμενοι σε μεγάλες Δημόσιες επιχειρήσεις, σε υπουργεία, Δήμους, Σχολεία κλπ, απολαμβάνουν μιας ισχυρής συνοχής, με κύριο αρωγό το αφεντικό, την Πολιτική αρχή, το οποίο σε αντίθεση με τον ιδιωτικό τομέα, όποτε εμφανίζεται, (με εξαίρεση την περίοδο της κρίσης) είναι για να προσφέρει κάτι παραπάνω στις αποδοχές τους, αφού πρόκειται για ψηφοφόρους που στο σύνολό τους καλύπτουν ποσοστό τέτοιο, το οποίο αλλάζει συσχετισμούς και εκλέγει κυβερνήσεις, όπως περίτρανα αποδείχθηκε σε αυτήν την κρίση.
Δύο ομάδες εργαζομένων, ομοειδείς σε αρκετές περιπτώσεις, οι οποίες έχουν φτάσει να έχουν εκ διαμέτρου αντίθετες υποχρεώσεις, δικαιώματα και απολαβές.
Από τη μία οι Δημόσιοι υπάλληλοι χωρίς το φόβο της απόλυσης, διεκδικούσαν με τον ισχυρό μηχανισμό που διαθέτουν και πετύχαιναν προνόμια για εαυτούς, χωρίς να νοιάζονται για τους φορολογούμενους ιδιωτικούς υπαλλήλους οι οποίοι πλήρωναν γι αυτά, δημιουργώντας τεράστιες ανισότητες ενώ σε κάποιες περιπτώσεις οι εκπρόσωποί τους γίνονται και εριστικοί με την δύναμη που νοιώθουν ότι έχουν, καλώντας τους φορολογούμενους που υποφέρουν να πιούν ξύδι αν διαφωνούν.
Από την άλλη οι Ιδιωτικοί υπάλληλοι να "βολεύονται" λόγω έλλειψης μαζικότητας άρα και πίεσης προς την κυβέρνηση ή τους εργοδότες, στον βασικό μισθό, ο οποίος απέχει για να φτάσει τον αντίστοιχο Δημόσιο στην καλύτερη περίπτωση 40%, φτάνοντας και ξεπερνώντας σε πολλές περιπτώσεις το 300%, πληρώνοντας ολοένα και περισσότερους φόρους ή ασφαλιστικές εισφορές, έτσι ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες του υδροκέφαλου κράτους, στην ουσία οι αντεθνικές και ανθενωτικές απαιτήσεις των συνδικαλιστών του δημοσίου, τις οποίες όμως απολαμβάνει το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων ανά κλάδο.
Αυτές οι διαφορές, είναι προς όφελος όλων των εργαζομένων να εκλείψουν, να εξαλειφθεί αν είναι δυνατόν η όποια διαφορά σε δικαιώματα και αποδοχές και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με Πολιτική βούληση, με αριστερή, ή σοσιαλιστική βούληση, με μία απλή απόφαση η οποία θα εξαρτά τους μισθούς των ιδιωτικών υπαλλήλων από αυτούς των Δημοσίων, θα δίνει τις ίδιες παροχές σε τροφεία, σε κατασκηνώσεις, σε συνδικαλιστικές άδειες, σε χαμηλότοκα δάνεια, σε όλα, ίσα σε όλους τους εργαζόμενους στην Ελληνική επικράτεια.
Αυτή η εξίσωση δεν μπορεί να είναι μόνο προς τα πάνω για τον ιδιωτικό τομέα, θα πρέπει να είναι και προς τα κάτω για τον Δημόσιο τομέα, αυτή η εξίσωση θα πρέπει να βασίζεται, να εξαρτάται, Πρωτίστως από το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, έτσι ώστε όλες οι ομάδες να έχουν ένα και μόνο στόχο, την αύξηση του Α.Ε.Π. της Πατρίδας μας, την αύξηση δηλαδή του πραγματικού πλούτου για όλους.
Αυτές οι Ταξικές ανισότητες, γιατί ταξικές έχουν καταντήσει να είναι, δεν μπορούν να εξαλειφθούν, αν δεν υπάρξει συναίνεση από τους ίδιους τους εργαζόμενους, ειδικά δε από τους συνδικαλιστές εκπρόσωπους τους, οι οποίοι σκίζουν τα ιμάτια τους διαγκωνιζόμενοι για το ποιος είναι περισσότερο σοσιαλιστής από τον άλλο, η ενίοτε και «πρώτη φορά αριστερός»
Με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο αίρονται οι οικονομικές διαφορές μεταξύ των 2 ομάδων, αλλά δίνεται και η δυνατότητα να μην υπάρξουν ποτέ ξανά, αφού η όποια διεκδίκηση και η όποια επιτυχία ενός κλάδου ή μίας πλευράς, θα συμπαρασύρει αυτόματα και τον άλλο, κόντρα σε κάθε εξουσία η οποία έχει όφελος από μία εργατική τάξη διαιρεμένη να αλληλοσπαράσσεται, με ένα και μόνο στόχο, την παραγωγή πλούτου από όλους για όλους.